ηθικολόγος
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
ηθικολόγος
어원
ηθικολόγος < ηθικ(ή) + -ο- + -λόγος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική moralisateur
명사 ηθικολόγος · ηθικολόγοι · ηθικολόγου · ηθικολόγων · ηθικολόγο · ηθικολόγους
- αυτός που συνηθίζει να κάνει λόγο για ηθική, συχνά με δογματικό τρόπο και χωρίς ευρύτητα πνεύματος Έντγκαρ Χούβερ: ηθικολόγος και λάτρης της πορνογραφίας (*)
- αυτός που ασχολείται με θέματα ηθικής φύσεως
- αυτός που πρεσβεύει τα καθιερωμένα από την κοινωνία ήθη και έθιμα, καθορίζοντας παράλληλα τι είναι ηθικό και τι δεν είναι.
- αυτός που ηθικολογεί
- αυτός που κρίνει τους άλλους σε σχέση με το ήθος τους
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "ηθικολόγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ηθικολόγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82 "ηθικολόγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {ηθικολόγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}