믹윈

ηθικολόγος

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

ηθικολόγος

어원

ηθικολόγος < ηθικ(ή) + -ο- + -λόγος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική moralisateur

명사 ηθικολόγος · ηθικολόγοι · ηθικολόγου · ηθικολόγων · ηθικολόγο · ηθικολόγους

  1. αυτός που συνηθίζει να κάνει λόγο για ηθική, συχνά με δογματικό τρόπο και χωρίς ευρύτητα πνεύματος Έντγκαρ Χούβερ: ηθικολόγος και λάτρης της πορνογραφίας (*)
  2. αυτός που ασχολείται με θέματα ηθικής φύσεως
  3. αυτός που πρεσβεύει τα καθιερωμένα από την κοινωνία ήθη και έθιμα, καθορίζοντας παράλληλα τι είναι ηθικό και τι δεν είναι.
  4. αυτός που ηθικολογεί
  5. αυτός που κρίνει τους άλλους σε σχέση με το ήθος τους

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"ηθικολόγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηθικολόγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"ηθικολόγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηθικολόγος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}