ηθικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ηθικός
- i.θiˈkos
Where it comes from
ηθικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἠθικός (που αναφέρεται στα ήθη, τον χαρακτήρα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική moral
: για τη φιλοσοφία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική moral
adjective ηθικός · ηθική · ηθικό · ηθικού · ηθικής
- σχετικός με την ηθική· αυτός που σχετίζεται με εγκρατή, λειτουργική, κοινωνικά αποδεκτή κι ενίοτε αξιέπαινη συμπεριφορά
- ο ηθολογικός· σχετικός με το ήθος (είτε ως συμπεριφορά είτε ως ηθική)
- που μελετά το καλό και το κακό
Opposite: ανήθικος
Thesaurus
adjective
Opposite: ανήθικος
In English
Talk about this word "ηθικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ηθικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ηθικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ηθικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}