ηθολογία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ηθολογία
Where it comes from
ηθολογία < ελληνιστική κοινή ἠθολογία (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική éthologie)
noun ηθολογία · ηθολογίες · ηθολογίας · ηθολογιών
-
η μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων (και του ανθρώπου)
(εστιασμένα), (κατ' επέκταση) η μελέτη των συμπεριφορικών μοτίβων των ζώων και του ανθρώπου· και για συγκεκριμένο άτομο (ενίοτε ως πλάγιο υπερώνυμο της ψυχολογίας· πλάγιο/μη απόλυτο διότι υπάρχει η νευροενδοκρινολογία κα)
Similar: εθολογία
- η μελέτη των ηθών, των χαρακτήρων
In English
- ethology study of human and animal behaviour
Talk about this word "ηθολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ηθολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "ηθολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ηθολογία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}