ηθοποιός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηθοποιός

  • i.θo.pi.ˈos

Where it comes from

ηθοποιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἠθοποιός (αυτός που μορφώνει ή αναπαριστά χαρακτήρα) < ἦθος + -ποιός (ποιέω)

noun ηθοποιός · ηθοποιοί · ηθοποιού · ηθοποιών · ηθοποιό · ηθοποιούς

  1. επάγγελμα καλλιτέχνης του οποίου το επάγγελμα είναι να παίζει ρόλους στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση ※ «Ο χώρος αφηγείται». Με τον ίδιο τρόπο που αφηγούνται και τα άλλα στοιχεία της ταινίας του. Είναι ένα στοιχείο ισοδύναμο με τους ηθοποιούς, ισοδύναμο με το διάλογο. Γι' αυτό και το ρεπεράζ (η αναζήτηση των χώρων) είναι πολύ σημαντικό για κείνον. (Κωνσταντίνος Α. Θέμελης, Θόδωρος Αγγελόπουλος το πα

Similar: υποκριτής

Thesaurus

noun

Similar: υποκριτής

In English

  • actor dramatic performer — see also actress, play-actor
  • actress female actor — see also actor
  • player dramatic actor

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηθοποιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηθοποιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82

Chicago

"ηθοποιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηθοποιός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}