ηλεκτρικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηλεκτρικός

  • i.le.ktɾiˈkos

Where it comes from

ηλεκτρικός < διαγλωσσική ορολογία electr(o)- < αγγλική electric ή γαλλική électrique < λατινική electricus< αρχαία ελληνική ἤλεκτρον + -ικός

:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1766

adjective ηλεκτρικός · ηλεκτρική · ηλεκτρικό · ηλεκτρικού · ηλεκτρικής

  1. που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό το ηλεκτρικό δίκτυο του σπιτιού
  2. που λειτουργεί με ηλεκτρισμό ηλεκτρική συσκευή
  3. μουσική που παράγει μη φυσικό ήχο ή ενισχύει τον φυσικό του ήχο με ηλεκτρισμό ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρικό πιάνο

noun ηλεκτρικός · ηλεκτρική · ηλεκτρικό · ηλεκτρικού · ηλεκτρικής

  1. σιδηρόδρομος που κινείται με ηλεκτρισμό
  2. figuratively, συνεκδοχικά σταθμός επιβίβασης / αποβίβασης του παραπάνω σιδηρόδρομου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηλεκτρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηλεκτρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ηλεκτρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηλεκτρικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}