ηλιακός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηλιακός

  • i.li.aˈkos

Where it comes from

ηλιακός < ελληνιστική κοινή ἡλιακός < ἥλιος

adjective ηλιακός · ηλιακή · ηλιακό · ηλιακού · ηλιακής

  1. που ανήκει στον ήλιο ή προέρχεται από αυτόν ηλιακή ακτινοβολία
  2. που συμφωνεί με την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο ηλιακό έτος
  3. που επιτελεί τη λειτουργία του αξιοποιώντας τις ακτίνες του ήλιου ηλιακό ρολόι, ηλιακός θερμοσίφωνας

noun ηλιακός · ηλιακή · ηλιακό · ηλιακού · ηλιακής

  1. ο ηλιακός θερμοσίφωνας, συσκευή που συλλέγει την ηλιακή ακτινοβολία και παρέχει στο οικιακό δίκτυο ζεστό νερό
  2. Cypriot, κυπριακά δωμάτιο με ήλιο

In English

  • solar of or pertaining to the sun

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηλιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηλιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ηλιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηλιακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}