ηρεμώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηρεμώ

Where it comes from

ηρεμώ < αρχαία ελληνική ἠρεμῶ

verb ηρεμώ

  1. intransitive, αμετάβατο δεν ενεργώ, είμαι σε κατάσταση αδράνειας
  2. intransitive, αμετάβατο έρχομαι σε κατάσταση ψυχικής ισορροπίας μετά από κάποια ψυχική ένταση
  3. transitive, μεταβατικό ενεργώ έτσι ώστε κάποιος άλλος να ηρεμήσει (2) ※ Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηρεμώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηρεμώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%8E

Chicago

"ηρεμώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηρεμώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}