ミクウィン

ησυχασμός

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

ησυχασμός

由来

ησυχασμός < ησυχάζω + -μός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική hesychasm < μεσαιωνική ελληνική ησυχαστής)

名詞 ησυχασμός · ησυχασμοί · ησυχασμού · ησυχασμών · ησυχασμό · ησυχασμούς

  1. θρησκεία ορθόδοξη χριστιανική μέθοδος προσευχής, ενδοσκόπησης και επικοινωνίας με το θεό με τρόπο ψυχοσωματικό
  2. ιστορία σχετικό θρησκευτικό, κοινωνικό και πολιτικό κίνημα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το 14° και 15° αιώνα μ.Χ. Στην Ύστερη Βυζαντινή περίοδο η παραπάνω πίστη αποτέλεσε όχι μόνο την καρδιά μιας πνευματικής κίνησης αλλά και το κύριο σημείο διαφωνίας μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Eπίσης, εντάχθηκε σ' ένα ευρύ πλαίσιο πολιτικών, θρησκευτικών και κοινωνικών προστριβών που διαδραματίζονταν την ίδια περίοδο. Έτσι, ο όρ

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"ησυχασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ησυχασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ησυχασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ησυχασμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}