ηφαίστειο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηφαίστειο

  • iˈfe.sti.o

Where it comes from

ηφαίστειο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἡφαίστειον, με δημοτικοποίηση σε -ειο. Το Ἡφαίστειον μαρτυρείται από το 1812 και σχηματίστηκε από την αρχαία ελληνική Ἥφαιστος + -ειον ως μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική Volcānus και τους απογόνους του όπως η γαλλική volcan (ηφαίστειο)· Δείτε και την αρχαία ελληνική Ἡφαιστεῖον (ἱερόν) (ναός, ιερό τού Ηφαίστου).

noun ηφαίστειο · ηφαίστεια · ηφαιστείου · ηφαίστειου · ηφαιστείων

  1. γεωλογία άνοιγμα ή ρωγμή στο φλοιό της Γης ή άλλου πλανήτη, από όπου, συχνά, εκρέουν ή εκρήγνυνται ατμός και ρευστά πετρώματα στην επιφάνεια με την μορφή λάβας
  2. figuratively, συνεκδοχικά το βουνό ή ο λόφος που σχηματίζεται από στερεοποιημένα υλικά που έχουν αναβλύσει γύρω από το παραπάνω άνοιγμα ή ρήγμα
  3. figuratively, μεταφορικά τόπος ή κατάσταση με μεγάλες συγκρούσεις και πιέσεις μετά τα τελευταία σκάνδαλα το κόμμα μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί
  4. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος με εκρηκτικό ταμπεραμέντο και θερμή ερωτική συμπεριφορά

In English

  • volcano mountain containing a magma chamber

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηφαίστειο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηφαίστειο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF

Chicago

"ηφαίστειο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηφαίστειο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}