θάμνος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θάμνος

  • ˈθa.mnos

Where it comes from

θάμνος < αρχαία ελληνική θάμνος < θαμινός (πυκνός)

noun θάμνος · θάμνοι · θάμνου · θάμνων · θάμνο · θάμνους

  1. βοτανική κάθε φυτό με ξυλώδη βλαστό και σχετικά χαμηλό ύψος· διακρίνεται από το δέντρο από την απουσία κορμού καθώς τα κλαδιά αναπτύσσονται από την επιφάνεια του εδάφους ※ Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015

In English

  • bush category of woody plant
  • shrub woody plant

Talk about this word

Cite this
MLA

"θάμνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θάμνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"θάμνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θάμνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}