θάμπος

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

θάμπος

  • ˈθam.bos

Sună ca θαμπός

De unde vine

θάμπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάμβος (έκπληκτος απ' αυτό που βλέπω), η αρχαία προφορα [mb] Συγκρίνετε με το θάμβος (όπως στα νέα ελληνικά)

substantiv θάμπος · θάμπη · θάμπους · θαμπών

  1. literary, λογοτεχνικό δυνατό φως που θαμπώνει τα μάτια ※ Ὡραία δὲ καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνή, ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, ... μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα ἀόρατα πνεύματα, ... ἀναθαρρήσασαι πρὸς καιρὸν ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ καλλιμαρμάρου ἱδρύματος, καὶ τώρα μετὰ θάμβους βλέπουσαι
  2. figuratively, μεταφορικά ακτινοβολία που γοητεύει, μαγεύει

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"θάμπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θάμπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"θάμπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θάμπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}