θέαμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θέαμα
- ˈθe.a.ma
Where it comes from
θέαμα < αρχαία ελληνική θέαμα και θέημα (ιωνικός τύπος ) < θεάομαι
noun θέαμα · θεάματα · θεάματος · θεαμάτων
- η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις ※ Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκ
- η δημόσια οργανωμένη παρουσίαση, κυρίως με σκοπό την ψυχαγωγία (δημόσιο θέαμα) φόρος δημοσίων θεαμάτων
- η παράσταση καλλιτεχνικού χαρακτήρα, ιδίως θέατρο ή κινηματογράφος φτηνό θέαμα
In English
- picture representation of visible reality produced by drawing, etc
- entertainment show for enjoyment
- show entertainment
- sight something seen
- spectacle something exciting or extraordinary
- ostentation show or spectacle
Talk about this word "θέαμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. θέαμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1 "θέαμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θέαμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}