θέαμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θέαμα

  • ˈθe.a.ma

Where it comes from

θέαμα < αρχαία ελληνική θέαμα και θέημα (ιωνικός τύπος ) < θεάομαι

noun θέαμα · θεάματα · θεάματος · θεαμάτων

  1. η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις ※ Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκ
  2. η δημόσια οργανωμένη παρουσίαση, κυρίως με σκοπό την ψυχαγωγία (δημόσιο θέαμα) φόρος δημοσίων θεαμάτων
  3. η παράσταση καλλιτεχνικού χαρακτήρα, ιδίως θέατρο ή κινηματογράφος φτηνό θέαμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"θέαμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

θέαμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1

Chicago

"θέαμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θέαμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}