θαλαμηπόλος
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
θαλαμηπόλος
- θa.la.miˈpo.los
어원
θαλαμηπόλος < ελληνιστική κοινή ὁ θαλαμηπόλος (ευνούχος καμαριέρης), αρχαία ελληνική ἡ θαλαμηπόλος (η υπηρέτρια της οικοδέσποινας)
명사 θαλαμηπόλος · θαλαμηπόλοι · θαλαμηπόλου · θαλαμηπόλων · θαλαμηπόλο · θαλαμηπόλους
- το μέλος του προσωπικού που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο
비슷한 말: καμαρότος, καμαριέρης, καμαριέρα
유의어·반의어
명사
비슷한 말: καμαρότος, καμαριέρης, καμαριέρα
이 단어에 대해 이야기하기 "θαλαμηπόλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θαλαμηπόλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82 "θαλαμηπόλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {θαλαμηπόλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}