θαλασσοπόρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θαλασσοπόρος

Where it comes from

θαλασσοπόρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θαλασσοπόρος

noun θαλασσοπόρος · θαλασσοπόροι · θαλασσοπόρου · θαλασσοπόρων · θαλασσοπόρο · θαλασσοπόρους

  1. ο ναυτικός που έχει κάνει μακρινά ταξίδια ※ ...αλώβητος από την ασκήμια των γερατιών. Τέτοιος θάνατος δε λογάται θάνατος. Ο Μεγαλέξαντρος ζει. Ζει και βασιλεύει. Το βεβαιώνει ως τα σήμερα η Γοργόνα, η αδερφή του, κι αλίμονο στο θαλασσοπόρο που θα τολμήση να το αμφισβητήση. (Φιλολογική Κύπρος, 1973, σελ. 195) (Σημείωση Βικιλεξικού: στα ρήματ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"θαλασσοπόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θαλασσοπόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"θαλασσοπόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θαλασσοπόρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}