θεια
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
θεια
- ˈθça
Ακούγεται σαν θεία
Από πού έρχεται
θεια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεία < ελληνιστική κοινή θεία με συνίζηση
ουσιαστικό θεια · θειες · θειάδες · θειας · θειων · θειάδων
- άλλη μορφή του θεία
Στα αγγλικά
- paternal aunt the sister or sister-in-law of someone's father
Συζήτησε αυτή τη λέξη "θεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. θεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "θεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {θεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}