θελκτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θελκτικός
- θel.ktiˈkos
Where it comes from
θελκτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θελκτικός
adjective θελκτικός · θελκτική · θελκτικό · θελκτικού · θελκτικής
- που θέλγει, ελκυστικός, γοητευτικός ※ Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και μ
Similar: αξιαγάπητος, αξιέραστος
Thesaurus
adjective
Similar: αξιαγάπητος, αξιέραστος
In English
- seductive attractive, alluring, tempting
Talk about this word "θελκτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θελκτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "θελκτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θελκτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}