Θεομήτωρ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Θεομήτωρ
Where it comes from
Θεομήτωρ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική Θεομήτωρ < ελληνιστική κοινή θεομήτωρ < αρχαία ελληνική Θεός + μήτηρ
proper noun Θεομήτωρ · Θεομήτορες · Θεομήτορος · Θεομητόρων · Θεομήτορα
- η μητέρα του Ιησού Χριστού, η Παναγία ※ Αυτή είναι η πλέον ζωντανή και πρεπώδης εικών της μεταστάσης εις ουρανόν Θεομήτορος. οπού εζωγράφισε με θεοκίνητον κάλαμον ο Προφητάναξ· και προς την θεωρίαν της εικόνος ταύτης προσκαλώ σήμερον τα όμματα της ευλαβούς σας διανοίας, ω φιλέορτον σύστημα. (Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714), Λόγος εις την Κοί
Similar: Θεογεννήτωρ, Θεοκυήτωρ, Θεοτόκος
Thesaurus
proper noun
Similar: Θεογεννήτωρ, Θεοκυήτωρ, Θεοτόκος
Talk about this word "Θεομήτωρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%89%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026. Θεομήτωρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%89%CF%81 "Θεομήτωρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%89%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Θεομήτωρ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%89%CF%81},
urldate = {2026-11-07}
}