θεομηνία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θεομηνία
Where it comes from
θεομηνία < (ελληνιστική κοινή) < θεός + μῆνις (οργή του θεού). Μορφολογικά αναλύεται σε θεο- + -μηνία
noun θεομηνία · θεομηνίες · θεομηνίας · θεομηνιών
- η οργή, η μάνητα του θεού
- καταστροφικό φυσικό φαινόμενο ※ Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυν
- φοβερή κακοκαιρία
In English
- natural disaster natural phenomenon
Talk about this word "θεομηνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. θεομηνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1 "θεομηνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θεομηνία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}