θεομηνία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θεομηνία

Where it comes from

θεομηνία < (ελληνιστική κοινή) < θεός + μῆνις (οργή του θεού). Μορφολογικά αναλύεται σε θεο- + -μηνία

noun θεομηνία · θεομηνίες · θεομηνίας · θεομηνιών

  1. η οργή, η μάνητα του θεού
  2. καταστροφικό φυσικό φαινόμενο ※ Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυν

    Similar: όλεθρος, λύμη, χαλασμός

  3. φοβερή κακοκαιρία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"θεομηνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θεομηνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Chicago

"θεομηνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θεομηνία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}