θεοσοφισμός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

θεοσοφισμός

  • θe.o.si.fiˈzmos

Da dove viene

θεοσοφισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική theosophism < theosophy < ελληνιστική κοινή θεοσοφία + -ισμός < αρχαία ελληνική θεός + σοφία

sostantivo θεοσοφισμός · θεοσοφισμοί · θεοσοφισμού · θεοσοφισμών · θεοσοφισμό · θεοσοφισμούς

  1. φιλοσοφία, θρησκεία κάθε διδασκαλία θρησκευτικής φιλοσοφίας και μυστικισμού που υποστηρίζει ότι η γνώση του Θεού μπορεί να επιτευχθεί μέσω μυστικιστικής διορατικότητας και πνευματικής έκστασης και ότι είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία με τον υπερβατικό κόσμο

Parla di questa parola

Cita
MLA

"θεοσοφισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θεοσοφισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"θεοσοφισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θεοσοφισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}