Θεοφάνια

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Θεοφάνια

  • θe.oˈfa.ni.a

Where it comes from

Θεοφάνια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Θεοφάνια (ουδέτερο) < ελληνιστική κοινή θεοφάνεια (θηλυκό) < θεοφανής < αρχαία ελληνική θεός + φαίνω

proper noun Θεοφάνια · Θεοφανίων

  1. χριστιανισμός μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασ
  2. θρησκεία γιορτή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας στους Δελφούς, κατά την οποία τα αγάλματα του Θεού Απόλλωνα δείχνονταν στους πιστούς

Similar: Επιφάνια, Φώτα

Thesaurus

proper noun

Similar: Επιφάνια, Φώτα

In English

  • Epiphany annual Christian feast celebrating this event
  • Theophany one of the Great Feasts of the Eastern Orthodox Church

Talk about this word

Cite this
MLA

"Θεοφάνια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Θεοφάνια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1

Chicago

"Θεοφάνια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Θεοφάνια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}