θεραπεύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θεραπεύω

Where it comes from

θεραπεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεραπεύω (υπηρετώ, λατρεύω, γιατρεύω)

verb θεραπεύω · θεράπευα · θα θεραπεύω · να θεραπεύω · θεραπεύοντας

  1. δίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο) ※ Ἡ τῶν φύλλων πάρωρος κατάπτωσις προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν μεγάλην καὶ διαρκή ξηρασίαν, καὶ θεραπεύεται διὰ τῶν ποτισμάτων. (Σπυρίδων Α. Χωματιανός, Γεωπονικά: κηπουρική, αμπελουργία και καλλιέργεια ελαίας, 1848, σελ. 149)
  2. archaic, αρχαιοπρεπές υπηρετώ (μια επιστήμη ή τέχνη)

In English

  • doctor act as a medical doctor to
  • heal make better
  • cure to restore to health

Talk about this word

Cite this
MLA

"θεραπεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θεραπεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"θεραπεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θεραπεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}