θερινός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θερινός¹
- θe.ɾiˈnos
Where it comes from
θερινός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θερινός < θέρ(ος) + -ινός
adjective θερινός · θερινή · θερινό · θερινού · θερινής
- ο καλοκαιρινός ※ Οι εκπτώσεις στην Ελλάδα είναι θεσμοθετημένες, διακρίνονται σε χειμερινές και θερινές, με τις ακόλουθες ( συνήθως) περιόδους ισχύος: χειμερινές εκπτώσεις: μέσα Ιανουαρίου – τέλος Φεβρουαρίου θερινές εκπτώσεις: μέσα Ιουλίου – τέλος Αυγούστου. (Αναθεωρηθείς Δείκτης Τιμών Καταναλωτού, Εθνική Στατιστι
Θερινός²
Where it comes from
Θερινός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Θερινός
- ανδρικό όνομα
Talk about this word "θερινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026. θερινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82 "θερινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θερινός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-08}
}