θερμίδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θερμίδα
Where it comes from
θερμίδα < θερμίς < θερμός < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calorie
noun θερμίδα · θερμίδες · θερμίδας · θερμίδων
- παλιότερη μονάδα μέτρησης της θερμότητας· αντιστοιχούσε με 4,184 τζάουλ
- μονάδα μέτρησης της ενεργειακής αξίας των τροφίμων ※ Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
In English
- calorie amount of heat to raise 1 gram of water by 1 °C
Talk about this word "θερμίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. θερμίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "θερμίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θερμίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}