θερμοκήπιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θερμοκήπιο

  • θeɾ.moˈci.pi.o

Where it comes from

θερμοκήπιο < θερμο- + κήπ(ος) + -ιο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική serre chaude. Η λέξη θερμοκήπιον (μαρτυρείται από το 1856)

noun θερμοκήπιο · θερμοκήπια · θερμοκηπίου · θερμοκήπιου · θερμοκηπίων

  1. καλλιεργήσιμη έκταση που προστατεύεται από διαφανή κατασκευή (γυαλί ή πλαστικό), η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη θερμοκρασιών υψηλότερων από του εξωτερικού περιβάλλοντος και έτσι την καλλιέργεια φυτών εκτός εποχής
  2. το περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από συνθήκες ιδιαίτερης προστασίας και φροντίδας, που συντελούν στην ανάπτυξη κάποιου προσώπου ή πράγματος

Similar: σέρα

Thesaurus

noun

Similar: σέρα

In English

  • greenhouse building in which plants are grown more quickly than outside

Talk about this word

Cite this
MLA

"θερμοκήπιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θερμοκήπιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF

Chicago

"θερμοκήπιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θερμοκήπιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}