θερμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θερμός¹

  • θeɾˈmos

Where it comes from

θερμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θερμός < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή

adjective θερμός · θερμή · θερμό

  1. που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία - αλλά χαμηλότερη από τον καυτό ※ Εἰς πολλά μέρη τῆς γῆς ὑπάρχουσιν ἄνεμοι φέροντες εἰδικά ὀνόματα. Οὕτω ὁ θερμός ἄνεμος, ὁ ἀπό τῆς ἐρήμου πνέων ἐπί τήν Βόρειον Ἀφρικήν ὀνομάζεται «Σιμούν»· οἱ ἄνεμοι τοῦ Ἰνδικοῦ Ὠκεανοῦ ὀνομάζονται «Μονσούν» ἢ «ἐτησίαι»· αἱ καταιγίδες τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ «τυφῶνες» καὶ αἱ σφοδραὶ τρικυμίαι τοῦ κό
  2. φως που μοιάζει θερμό στο ανθρώπινο μάτι (κυρίως σε λευκή / κόκκινη απόχρωση) ※ και μετά δοκίμαζα πάνω στις φωτογραφίες τα φίλτρα. Να το κάνω πιο ψυχρό, να το κάνω πιο θερμό, τα κοιτούσα με την κάμερα. Ήταν καλή άσκηση και για το εταλονάζ. Για να μπορώ να ζητήσω από τον εταλονέρ αυτό που θέλω ακριβώς. (Ελισάβετ Χρονοπούλου, Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως, εκδ. Πατάκης, 20
  3. figuratively, μεταφορικά εγκάρδιος, φιλικός, ενθουσιώδης, ένθερμος θερμός χαιρετισμός
  4. επικίνδυνος, με μεγάλη ένταση συμβάν που έχει ένταση θερμό επεισόδιο μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση των εμπλεκομένων στο επεισόδιο μερών

Similar: ζεστός

noun θερμός

  1. δοχείο για υγρά που τα κρατά σε σταθερή θερμοκρασία ※ Κάθε πρωί γέμιζε ένα θερμός καφέ, διάλεγε δύο cd, κι εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα για το λιτό μεσημεριανό με ντομάτα κι ένα κομμάτι τυρί, έμενε κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι αργά το απόγευμα. (Έρση Σωτηροπούλου, Δαμάζοντας το κτήνος (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκη, 2025)

Θερμός²

Where it comes from

Θερμός < θερμός

proper noun Θερμός · Θερμοί · Θερμού · Θερμών · Θερμό · Θερμούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Similar: ζεστός

In English

  • hot having a high temperature
  • cordial radiating warmth and friendliness
  • thermos vacuum flask

Talk about this word

Cite this
MLA

"θερμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θερμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"θερμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θερμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}