θεσμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θεσμός
Where it comes from
θεσμός < αρχαία ελληνική θεσμός < τίθημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁-
noun θεσμός · θεσμοί · θεσμού · θεσμών · θεσμό · θεσμούς
- παγιωμένη πρακτική ή σχέση μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής που συχνά αποκτά επίσημη μορφή και επικυρώνεται από τη νομοθεσία ο θεσμός της οικογένειας
- οργανισμός ή οργανωμένη δομή (με νομική υπόσταση) που συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των πολιτών ο θεσμός των ΚΕΠ
- έννομη σχέση η οποία αποσκοπεί στην εκπλήρωση κάποιας κοινωνικής λειτουργίας ή σκοπού και διέπεται από την αντίστοιχη νομοθεσία
- συνήθεια με μεγάλη σημασία για ένα άτομο ή μικρό ή μεγάλο σύνολο δυο μερούλες κοινών διακοπών σε κάμπινγκ έχουν γίνει πια θεσμός για την παρέα μας
In English
- institution custom or practice of a society or community
Talk about this word "θεσμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. θεσμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "θεσμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θεσμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}