θεσμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θεσμός

Where it comes from

θεσμός < αρχαία ελληνική θεσμός < τίθημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁-

noun θεσμός · θεσμοί · θεσμού · θεσμών · θεσμό · θεσμούς

  1. παγιωμένη πρακτική ή σχέση μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής που συχνά αποκτά επίσημη μορφή και επικυρώνεται από τη νομοθεσία ο θεσμός της οικογένειας
  2. οργανισμός ή οργανωμένη δομή (με νομική υπόσταση) που συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των πολιτών ο θεσμός των ΚΕΠ
  3. νομικός όρος έννομη σχέση η οποία αποσκοπεί στην εκπλήρωση κάποιας κοινωνικής λειτουργίας ή σκοπού και διέπεται από την αντίστοιχη νομοθεσία
  4. broadly, κατ’ επέκταση συνήθεια με μεγάλη σημασία για ένα άτομο ή μικρό ή μεγάλο σύνολο δυο μερούλες κοινών διακοπών σε κάμπινγκ έχουν γίνει πια θεσμός για την παρέα μας

In English

  • institution custom or practice of a society or community

Talk about this word

Cite this
MLA

"θεσμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

θεσμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"θεσμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θεσμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}