θεσπίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θεσπίζω

Where it comes from

θεσπίζω < αρχαία ελληνική θεσπίζω (προφητεύω, λέω θεϊκά λόγια) < θέσπις < θεός + ἔσπον / εἶπον (σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική sancio)

verb θεσπίζω · θέσπιζα · θεσπίσω · θέσπισα · θεσπίζομαι · θεσπισμένος

  1. καθιερώνω με νόμο ή κανονισμό ※ Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)

In English

  • enact to make (a bill) into law

Talk about this word

Cite this
MLA

"θεσπίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θεσπίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"θεσπίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θεσπίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}