θεωρητικά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θεωρητικά
Where it comes from
θεωρητικά < θεωρητικός + -α
adverb θεωρητικά
- κατά θεωρητικό τρόπο ※ Αν το δούμε αλλιώς, πιο θεωρητικά, ο οπαδός είναι ένας γνήσιος γκραμσιανός. Διαθέτει «αισιοδοξία της βούλησης»: δεν έχουμε λεφτά, ούτε παιχταράδες, η ομάδα σέρνεται (απαισιοδοξία της γνώσης), αλλά θα νικήσουμε γιατί έχουμε καρδιά (υγιής βολονταρισμός). (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Tο γαμώτο ενός παναθη
- για κάτι που λαμβάνεται ως υπόθεση, βάση για έναν συλλογισμό
adjective θεωρητικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικό
In English
- theoretically in theory
Talk about this word "θεωρητικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. θεωρητικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC "θεωρητικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θεωρητικά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}