θεώρηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θεώρηση
Where it comes from
θεώρηση < αρχαία ελληνική θεώρησις (θεωρία, άποψη)
noun θεώρηση · θεωρήσεις · θεώρησης · θεωρήσεων
- επίσημη σφραγίδα ή υπογραφή που τίθεται σε έγγραφο για επικύρωση ή έλεγχο
- εξέταση και έγκριση ενός κειμένου ή εγγράφου
- μία πιθανή εκδοχή σε ζήτημα ή φαινόμενο, σκοπιά
- κοσμοθεωρία ※ Ανεξάρτητα από τις μυθολογικές περιγραφές, τις επιστημονικές αποδείξεις και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις ο χρόνος «ως σώμα» παραμένει ασύλληπτος και ακανόνιστος. Δεν έχει αρχή και τέλος, όσο κι αν προσπάθησε ο άνθρωπος με τις υποδιαιρέσεις και τα χρονόμετρα να τον εγκλωβίσει (κλεψύδρα, αμμόμετρο, ηλι
In English
- visa permit to enter a country
- notion mental apprehension of whatever may be known or imagined; an idea; a conception
- point of view position from which something is seen; outlook; standpoint
Talk about this word "θεώρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. θεώρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7 "θεώρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θεώρηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}