θηρίο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θηρίο
- θiˈɾi.o
Where it comes from
θηρίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θηρί(ον) + ο-. Συγκρίνετε με το θεριό. → δείτε και τη λέξη θήρα.
noun θηρίο · θηρία · θηρίου · θηρίων
- άγριο ζώο, μεγαλόσωμο ※ Ο φοβισμός ή φωβισμός [από τη γαλλική λέξη fauves (: αγρίμια, θηρία), επειδή οι κριτικοί θεώρησαν πως οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν παραμορφωτικά, σαν «θηρία»] εμφανίστηκε το 1905 και υποστήριξε με πάθος την επικράτηση του ενστίκτου στη λογική, του καθαρού χρώματος στη μορφή. Οι φοβιστές
- δυνατός, ανθεκτικός σα θηρίο
- μεγαλόσωμος
- άγριος, αιμοβόρος, σκληρός θηρίο ανήμερο
- πολύ ικανός
- το Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία)
In English
Talk about this word "θηρίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. θηρίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF "θηρίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θηρίο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}