θηριώδης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θηριώδης

Where it comes from

θηριώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θηριώδης < θηρί(ον) + -ώδης

adjective θηριώδης · θηριώδες · θηριώδους

  1. που έχει χαρακτηριστικά θηρίου, πολύ άγριος, σκληρός, απάνθρωπος
  2. πολύ μεγαλόσωμος και δυνατός
  3. πολύ μεγάλος ※ Το Hotel Old World ήταν ένα τουρλουμπούκι ευρωπαϊκών επιρροών : μαρμάρινα τζάκια και γλυπτά, χαλιά που κατάπιναν τα πόδια σου, ταπισερί στους τοίχους –οι μισοί ξυλεπένδυτοι, οι άλλοι με μπροκάρ ταπετσαρία- , χρυσές κουπαστές στις ελικοειδείς σκάλες, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, θηριώδη φυτά εσωτερικού

In English

  • monstrous of, or relating to a mythical monster

Talk about this word

Cite this
MLA

"θηριώδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θηριώδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82

Chicago

"θηριώδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θηριώδης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}