θηριώδης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θηριώδης
Where it comes from
θηριώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θηριώδης < θηρί(ον) + -ώδης
adjective θηριώδης · θηριώδες · θηριώδους
- που έχει χαρακτηριστικά θηρίου, πολύ άγριος, σκληρός, απάνθρωπος
- πολύ μεγαλόσωμος και δυνατός
- πολύ μεγάλος ※ Το Hotel Old World ήταν ένα τουρλουμπούκι ευρωπαϊκών επιρροών : μαρμάρινα τζάκια και γλυπτά, χαλιά που κατάπιναν τα πόδια σου, ταπισερί στους τοίχους –οι μισοί ξυλεπένδυτοι, οι άλλοι με μπροκάρ ταπετσαρία- , χρυσές κουπαστές στις ελικοειδείς σκάλες, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, θηριώδη φυτά εσωτερικού
In English
- monstrous of, or relating to a mythical monster
Talk about this word "θηριώδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θηριώδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82 "θηριώδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θηριώδης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}