θησαυρός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θησαυρός
- θi.saˈvɾos
Where it comes from
θησαυρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θησαυρός
noun θησαυρός · θησαυροί · θησαυρού · θησαυρών · θησαυρό · θησαυρούς
- σύνολο πολύτιμων αντικειμένων, κειμηλίων ή μεγάλα ποσά χρημάτων που συγκεντρώνονται και φυλάγονται, συνήθως με τρόπο που είναι δύσκολο να τα βρει κανείς ψάχνει για χαμένους θησαυρούς
- μεγάλος πλούτος έχει τους θησαυρούς του Kροίσου
- κάθε κινητό αντικείμενο που θεωρείται ότι έχει αξία και που έμεινε κρυμμένο για τόσο πολύ χρόνο, ώστε δεν μπορεί να βρεθεί ο κύριός του
- πρόσωπο που έχει πολλά χαρίσματα εργατικός και τίμιος υπάλληλος, ένας θησαυρός για την επιχείρηση
- πρόσωπο πολύ αγαπητό θησαυρέ μου!
- ένα πρόσωπο ή πράγμα που διαθέτει σε μεγάλο βαθμό κάτι πολύτιμο αυτή η εγκυκλοπαίδεια είναι θησαυρός γνώσεων
- οικοδόμημα σε σχήμα ναού που έχτιζαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις στους χώρους των πανελλήνιων ιερών, για να τοποθετούν και να φυλάγουν τα αφιερώματά τους ο θησαυρός των Kνιδίων στους Δελφούς
- χτιστός κυκλικός τάφος των μυκηναϊκών χρόνων, που αργότερα πίστευαν ότι ήταν θησαυροφυλάκιο ο θησαυρός του Aτρέως
- λεξικό που περιέχει όλο το λεξιλογικό πλούτο μιας γλώσσας ο θησαυρός της ελληνικής / της λατινικής γλώσσας
In English
Talk about this word "θησαυρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θησαυρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82 "θησαυρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θησαυρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}