θλίψη
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
θλίψη¹
- ˈθli.psi
من أين أتت
θλίψη < μεσαιωνική ελληνική θλίψη < αρχαία ελληνική θλῖψις < θλίβω / φλίβω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bhlig- (χτυπώ)
اسم θλίψη · θλίψεις · θλίψης · θλίψεων
- η λύπη, ο ψυχικός πόνος νιώθω θλίψη που μου μιλάς έτσι
- η ψυχική πίεση δεν μπορώ να αντιδράσω από τη θλίψη
- πίεση, σύνθλιψη ※ Η περίσφιγξη ενεργοποιείται, επειδή η βλάβη στο σκυρόδεμα υπό τη δράση είτε άμεσης αξονικής είτε διαγώνιας θλίψης (για συνδυασμό αξονικού φορτίου και τέμνουσας) εκφράζεται με διόγκωση του εγκιβωτισμένου σκυροδέματος.
- στείψιμο
مشابه: αραθυμιά, καημός, οδύνη, πίκρα, στεναχώρια
Θλίψη²
من أين أتت
Θλίψη < → λείπει η ετυμολογία
اسم علم Θλίψη
- γυναικείο όνομα
المرادفات والأضداد
اسم
مشابه: αραθυμιά, καημός, οδύνη, πίκρα, στεναχώρια
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "θλίψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CF%88%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. θλίψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CF%88%CE%B7 "θλίψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CF%88%CE%B7.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {θλίψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}