θολός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θολός¹

  • θoˈlos

Sounds like θόλος

Where it comes from

θολός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θολός (αρχαίο ουσιαστικό με σημασία: λάσπη)

adjective θολός · θολή · θολό · θολού · θολής

  1. για υγρό που δεν έχει διαύγεια λόγω στερεών προσμείξεων το νερό του ποταμού ήταν θολό από τη λάσπη
  2. για είδωλο που δεν διακρίνεται καθαρά, θαμπός η εικόνα στην τηλεόραση είναι θολή, η συσκευή χρειάζεται επισκευή
  3. που δεν έχει διαύγεια πνεύματος
  4. figuratively, μεταφορικά όχι ξεκάθαρος, ασαφής θολή ιδεολογία

Θολός²

Where it comes from

Θολός <→ λείπει η ετυμολογία

proper noun Θολός · Θολοί · Θολού · Θολών · Θολό · Θολούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • fuzzy vague or imprecise
  • turbid having the lees or sediment disturbed; roiled; muddy; thick; not clear

Talk about this word

Cite this
MLA

"θολός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

θολός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"θολός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θολός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}