θολός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θολός¹
- θoˈlos
Sounds like θόλος
Where it comes from
θολός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θολός (αρχαίο ουσιαστικό με σημασία: λάσπη)
adjective θολός · θολή · θολό · θολού · θολής
- που δεν έχει διαύγεια λόγω στερεών προσμείξεων το νερό του ποταμού ήταν θολό από τη λάσπη
- που δεν διακρίνεται καθαρά, θαμπός η εικόνα στην τηλεόραση είναι θολή, η συσκευή χρειάζεται επισκευή
- που δεν έχει διαύγεια πνεύματος
- όχι ξεκάθαρος, ασαφής θολή ιδεολογία
Θολός²
Where it comes from
Θολός <→ λείπει η ετυμολογία
proper noun Θολός · Θολοί · Θολού · Θολών · Θολό · Θολούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "θολός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. θολός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82 "θολός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θολός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}