θολώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θολώνω
- θoˈlo.no
Where it comes from
θολώνω < αρχαία ελληνική θολόω-θολῶ
verb θολώνω · θόλωνα · θολώσω · θόλωσα · θολωμένος
- κάνω κάτι θολό, μειώνω την ευκρίνεια της εικόνας του
- γίνομαι θολός, η εικόνα μου δεν έχει ικανοποιητική ευκρίνεια η εικόνα στην τηλεόραση θολώνει, η συσκευή χρειάζεται μάλλον επισκευή
- κάνω ένα διάλυμα να χάσει τη διαύγειά του
- χάνω τη διαύγειά μου εξαιτίας προσμείξεων
- στερώ την πνευματική διαύγεια αυτό το περιστατικό μου θόλωσε το μυαλό
- χάνω την πνευματική μου διαύγεια από κούραση ή έντονα συναισθήματα θόλωσε το μυαλό μου από το θυμό και δεν ήξερα τι έκανα
In English
Talk about this word "θολώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. θολώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89 "θολώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θολώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}