θολώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θολώνω

  • θoˈlo.no

Where it comes from

θολώνω < αρχαία ελληνική θολόω-θολῶ

verb θολώνω · θόλωνα · θολώσω · θόλωσα · θολωμένος

  1. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι θολό, μειώνω την ευκρίνεια της εικόνας του
  2. intransitive, αμετάβατο γίνομαι θολός, η εικόνα μου δεν έχει ικανοποιητική ευκρίνεια η εικόνα στην τηλεόραση θολώνει, η συσκευή χρειάζεται μάλλον επισκευή
  3. transitive, μεταβατικό, για υγρά κάνω ένα διάλυμα να χάσει τη διαύγειά του
  4. intransitive, αμετάβατο, για υγρά χάνω τη διαύγειά μου εξαιτίας προσμείξεων
  5. figuratively, transitive, μεταβατικό, μεταφορικά στερώ την πνευματική διαύγεια αυτό το περιστατικό μου θόλωσε το μυαλό
  6. intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά' χάνω την πνευματική μου διαύγεια από κούραση ή έντονα συναισθήματα θόλωσε το μυαλό μου από το θυμό και δεν ήξερα τι έκανα

In English

  • cloud to make obscure (e.g. to cloud the issue)
  • muddle mix together, to mix up; to confuse
  • dim to make something less bright

Talk about this word

Cite this
MLA

"θολώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θολώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"θολώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θολώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}