θρεψερός
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
θρεψερός
- θɾe.pseˈɾos
它从哪里来
θρεψερός < (θρέφω) θρεψ- + -ερός
形容词 θρεψερός · θρεψερή · θρεψερό · θρεψερού · θρεψερής
- γόνιμος, με μεγάλη απόδοση ※ Χίλιες φορές το είπανε οι Αθαλασσίτες, να ξενητευτούν … να χτίσουνε χωριό καινούργιο, σε τόπο πιο φυλαγμένο, σε πιο θρεψερά χώματα.
- παχύς, καλοθρεμμένος
讨论这个词 "θρεψερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θρεψερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82 "θρεψερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {θρεψερός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}