米克温

θρεψερός

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

θρεψερός

  • θɾe.pseˈɾos

它从哪里来

θρεψερός < (θρέφω) θρεψ- + -ερός

形容词 θρεψερός · θρεψερή · θρεψερό · θρεψερού · θρεψερής

  1. για χωράφι γόνιμος, με μεγάλη απόδοση ※ Χίλιες φορές το είπανε οι Αθαλασσίτες, να ξενητευτούν … να χτίσουνε χωριό καινούργιο, σε τόπο πιο φυλαγμένο, σε πιο θρεψερά χώματα.
  2. παχύς, καλοθρεμμένος

讨论这个词

引用
MLA

"θρεψερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θρεψερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"θρεψερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θρεψερός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}