θρησκεία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θρησκεία

  • θɾiˈsci.a

Where it comes from

θρησκεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θρησκεία (αρχαία ελληνική σημασία: θρησκευτική τελετή)

noun θρησκεία · θρησκείες · θρησκείας · θρησκειών

  1. θρησκεία παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό ※ Ὁ βουλησιαρχικός ὁρισμὸς τῆς θρησκείας ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι δημιούργημα τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου. (Ιωάννης Νικολάου Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στη φιλοσοφία, τόμος 4, 1975, σελ. 24)
  2. figuratively, μεταφορικά η απόλυτη αφοσίωση σε κάτι το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία για μένα

In English

  • religion system of beliefs dealing with soul, deity and/or life after death
  • cult subset of worship

Talk about this word

Cite this
MLA

"θρησκεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θρησκεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"θρησκεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θρησκεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}