θυγατρικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θυγατρικός
- θi.ɣa.tɾiˈkos
Where it comes from
θυγατρικός, (ήδη από το 1858) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική filiale. Μορφολογικά αναλύεται σε θέμα θυγατρ- του αρχαίου θυγάτηρ + -ικός
adjective θυγατρικός · θυγατρική · θυγατρικό · θυγατρικού · θυγατρικής
- που έχει δημιουργηθεί από κάποιον άλλον μητρικό φορέα και διευθύνεται από αυτόν, αν και συνιστά ξεχωριστό νομικό πρόσωπο θυγατρική εταιρεία
- ένα από τα δύο κύτταρα που προκύπτουν από τη διαδικασία διαίρεσης του μητρικού κυττάρου στην αντιγραφή του DNA
- που προκύπτει από ραδιενεργό αντίδραση
In English
- filial pertaining to a son or daughter
Talk about this word "θυγατρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θυγατρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "θυγατρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θυγατρικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%B3%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}