θυμάρι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θυμάρι¹

  • θiˈma.ɾi

Where it comes from

θυμάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *θυμάριον < ελληνιστική κοινή θύμος / θύμον

noun θυμάρι · θυμάρια · θυμαριού · θυμαριών

  1. φυτό αρωματικός θάμνος του είδους Thymus vulgaris· τα ξεραμένα φύλλα και άνθη του χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό ※ τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’ ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του βουνο

Θυμάρι²

  • θiˈma.ɾi

Where it comes from

Θυμάρι < θυμάρι

proper noun Θυμάρι · Θυμάρια · Θυμαριού · Θυμαριών

  1. οικισμός της Αττικής

In English

  • thyme plant of the genus Thymus — see also wild thyme

Talk about this word

Cite this
MLA

"θυμάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θυμάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B9

Chicago

"θυμάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θυμάρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}