θυμίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θυμίζω
- θiˈmi.zo
Where it comes from
θυμίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θυμίζω < μεσαιωνική ελληνική θυμίζομαι < ελληνιστική κοινή ἐνθυμίζομαι < αρχαία ελληνική ἐνθυμοῦμαι Περισσότερα στο μεσαιωνικό θυμίζω. Διαφορετικό το ελληνιστικό θυμίζω.
verb θυμίζω · θύμισα · θύμιζα · θα θυμίζω · να θυμίζω
- φέρνω κάτι στον νου μου ή σε κάποιου άλλου με κάποιον λόγο ή πράξη ※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντα η ενασχόληση των παιδιών με θέματα διακειμενικότητας, η οποία πολλές φορές υποβοηθείται από ερωτήσεις του τύπου «αυτό το βιβλίο / πρόσωπο σας θυμίζει έντονα κάποιο άλλο; (Αγγελική Γιαννικοπούλου, Το εικονογραφημένο βιβλίο στην προσχολική εκπαίδευση, εκδ. Πατά
- συνώνυμο του υπενθυμίζω Θύμισέ μου ν' αγοράσω απορρυπαντικό πιάτων! Μας τελείωσε.
In English
- remind cause one to experience a memory; bring to a person's notice
Talk about this word "θυμίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. θυμίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89 "θυμίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θυμίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}