θυσιάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θυσιάζω
- θi.siˈa.zo
Where it comes from
θυσιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θυσιάζω
verb θυσιάζω · θυσίασα · θυσιάζομαι · θυσιάστηκα · θυσιασμένος
- προσφέρω κάτι σε μία θεότητα, κάνω θυσία ※ Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- παραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό ※ Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων
In English
- sacrifice (transitive) to offer (a human being or an animal, or an object) to a deity; (tr
Talk about this word "θυσιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. θυσιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "θυσιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θυσιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}