Μίκουιν

θωράκιο

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

θωράκιο

  • θo.ˈra.ci.o

Από πού έρχεται

θωράκιο < ελληνιστική κοινή θωράκιον < αρχαία ελληνική θώραξ

ουσιαστικό θωράκιο · θωράκια · θωρακίου · θωράκιου · θωρακίων

  1. formal, λόγιο στηθαίο, παραπέτο
  2. especially, ειδικότερα, θρησκεία μαρμάρινο στηθαίο ως τέμπλο παλαιοχριστιανικού ναού (στο μεσοδιάστημα κιόνων)

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"θωράκιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θωράκιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF

Chicago

"θωράκιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θωράκιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}