θωρακισμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θωρακισμένος
Where it comes from
θωρακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θωρακίζω
verb θωρακισμένος · θωρακισμένη · θωρακισμένο · θωρακισμένου · θωρακισμένης
- που έχει θωρακιστεί Εμφανίστηκε με την θωρακισμένη "Μερσεντές" του
- που χρησιμοποιεί κάτι ως θώρακα, άμυνα, ασπίδα Αντεξε την κριτική θωρακισμένος' πίσω από τα βραβεία που είχε πάρει νεότερος
Similar: λόγιο, Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) τεθωρακισμένος
Thesaurus
verb
Similar: λόγιο, Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) τεθωρακισμένος
Talk about this word "θωρακισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θωρακισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "θωρακισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θωρακισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}