θύλακας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θύλακας

  • ˈθi.la.kas

Where it comes from

θύλακας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θῦλαξ από την αιτιατική ενικού «τὸν θύλακα» < αρχαία ελληνική θύλακος → δείτε και τη λέξη θύλακος

:* όρος ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sac

:* στρατιωτικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική poche

:* όρος βοτανικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sac, ή embryonnaire

noun θύλακας · θύλακες · θύλακα · θυλάκων

  1. μικρός σάκος

    Similar: σακούλι, σακίδιο, ταγάρι

  2. ανατομία κοιλότητα ως θήκη γύρω από διάφορα όργανα του σώματος
  3. στρατιωτικός όρος μέρος μέσα σε εχθρικό έδαφος που κατέχεται από τον αντίπαλο
  4. βοτανική είδος καρπού με πολλά σπέρματα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"θύλακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θύλακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82

Chicago

"θύλακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θύλακας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}