θώρακας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θώρακας
- ˈθo.ɾa.kas
Where it comes from
θώρακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θώραξ από την αιτιατική «τὸν θώρακα»
:* για νεότερους όρους και τον μεσαιωνικό θώρακα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cuirasse
noun θώρακας · θώρακες · θώρακα · θώρακος · θωράκων
- μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
- μέρος του σώματος των εντόμων
- αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό των πολεμιστών παλιών εποχών ※ Σιδερένιος θώρακας (ὕψος προσθίου μέρους ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ λαιμοῦ 0,45 μ., μέγ. πλ. 0,38 μ., ἐλ. πλ. 0,33 μ.). Ἦταν σπασμένος, ἰδίως στὸ κάτω μέρος του καὶ στὸ ἐπιρράχιο (ὕψ. 0,55 μ.), καθὼς καὶ σὲ ἄλλα μέρη (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, Υπουργείο Τουρισμού και Επιστημών, σελ. 10, 1980)
- κάθε πράγμα που θωρακίζει
In English
Talk about this word "θώρακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8E%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θώρακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8E%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82 "θώρακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8E%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θώρακας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%8E%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}