ιδεαλισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιδεαλισμός

  • i.ðe.a.liˈzmos

Where it comes from

ιδεαλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Idealismus < λατινική idealis < idea < αρχαία ελληνική ἰδέα (αντιδάνειο) < εἴδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyd- (βλέπω, γνωρίζω)

noun ιδεαλισμός · ιδεαλισμοί · ιδεαλισμού · ιδεαλισμών · ιδεαλισμό · ιδεαλισμούς

  1. φιλοσοφία φιλοσοφική θεωρία που δέχεται την πρωταρχικότητα του πνεύματος και πως μόνο η συνείδησή μας έχει πραγματική υπόσταση, ενώ ο υλικός κόσμος είναι απείκασμα ιδεών ※ Τις διαφοροποιήσεις αυτές των μελετητών ο Dray τις συνοψίζει, κάπως σχηματικά είναι η αλήθεια, μεταξύ δύο πόλων: του θετικισμού και του ιδεαλισμού ή, αργότερα, του αντικειμενισμού και του σχετικισμού. Κάθε πόλος παρουσιάζει τις δικές του κλίμακες γενίκευσης και απόκλισης και το δικό του οπλοστάσιο

    Opposite: ρεαλισμός

  2. τέχνη ιδανισμός

In English

  • idealism property of a person of having high ideals that are usually unrealizable

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιδεαλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιδεαλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ιδεαλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιδεαλισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}