ιδεατός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιδεατός
- i.ðe.aˈtos
Where it comes from
ιδεατός < ιδέα + -τός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική idéal)
adjective ιδεατός · ιδεατή · ιδεατό · ιδεατού · ιδεατής
-
που υπάρχει μόνο ως ιδέα, μέσα στο μυαλό μας
※ Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης
Similar: θεωρητικός, νοητός, φανταστικός
- ιδανικός, ιδεώδης Το ιδεατό σωματικό βάρος ή ιδανική σωματική κατατομή, αποτελεί μία κοινωνική κατασκευή η οποία αλλάζει από εποχή σε εποχή.
Talk about this word "ιδεατός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιδεατός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82 "ιδεατός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιδεατός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}