ιδιοσυγκρασιακός
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
ιδιοσυγκρασιακός
어원
ιδιοσυγκρασιακός < ιδιοσυγκρασία + -ακός < (ελληνιστική κοινή)
형용사 ιδιοσυγκρασιακός · ιδιοσυγκρασιακή · ιδιοσυγκρασιακό · ιδιοσυγκρασιακού · ιδιοσυγκρασιακής
- που έχει έναν ιδιαίτερο δικό του τρόπο αντίδρασης σε εξωτερικές ή εσωτερικές επιδράσεις Ο ιδιοσυγκρασιακός τραγουδοποιός μάς έχει συνηθίσει σε εκπλήξεις και εμπνεύσεις. (*)
비슷한 말: ιδιότροπος
유의어·반의어
형용사
비슷한 말: ιδιότροπος
이 단어에 대해 이야기하기 "ιδιοσυγκρασιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιδιοσυγκρασιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ιδιοσυγκρασιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {ιδιοσυγκρασιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}