ιδιωτισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιδιωτισμός

  • i.ði.o.tiˈzmos

Where it comes from

ιδιωτισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδιωτισμός (κοινή ή χυδαία έκφραση, έλλειψη καλλιέργειας), λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική idiom < αρχαία ελληνική ἰδίωμα

noun ιδιωτισμός · ιδιωτισμοί · ιδιωτισμού · ιδιωτισμών · ιδιωτισμό · ιδιωτισμούς

  1. έκφραση σε μια γλώσσα με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη
  2. especially, ειδικότερα έκφραση όπου η σημασία της δεν προκύπτει από τις σημασίες των επιμέρους λέξεων που την αποτελούν ≈ συνώνυμα: ιδιωματική έκφραση

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιδιωτισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

ιδιωτισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ιδιωτισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιδιωτισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}