ιδιόλεκτος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιδιόλεκτος
Where it comes from
ιδιόλεκτος < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) αγγλική idiolect < idio- < ιδιό- < ίδιος + -lect > -λεκτο(ν) < λέγω, όπως το dialect, διάλεκτος, μορφολογικά αναλύεται ιδιό- + λεκτός
noun ιδιόλεκτος · ιδιόλεκτο · ιδιόλεκτοι · ιδιολέκτου · ιδιολέκτων
- ο ιδιαίτερος ατομικός τρόπος με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία
- το γλωσσικό ιδίωμα ατόμου ή περιορισμένου κύκλου ατόμων (οικογένεια) ※ Έτσι η ποιητική του γλώσσα, ασχέτως αν ήταν ή όχι η γλώσσα που μιλούσε, αγγίζει μια ιδιόλεκτο, στο βαθμό που διαφέρει από οποιαδήποτε ελληνική κοινόλεκτο (πρακτικά συνεδρίου Παρασκευή 23 & Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2007, Νίκος Εγγονόπουλος: ο ζωγράφος και ο ποιητής, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, 2010, σελ. 24
adjective ιδιόλεκτος · ιδιόλεκτη · ιδιόλεκτο
- που σχετίζεται με ιδιόλεκτο ιδιόλεκτες εκφράσεις
In English
Talk about this word "ιδιόλεκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιδιόλεκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82 "ιδιόλεκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιδιόλεκτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}